
Στο Κέντρο, ξυστά, ο μόνος τόπος που είχα ποτέ. Η Αβίωτη Πλευρά. Οι εργατικοί και μικροαστικοί οικιστικοί ιστοί με την αίσθηση της απέραντης γούβας και –με παγκοσμίως κοινές- Ατραξιόν, τις οποίες και θα σας παρουσιάσω ως Ξεναγός της Ντόπιας Φρίκης:
Πρώτη απ’ όλες: Τα θορυβώδη πολυμελή Οικογενειακά Τσίρκα. Οι ανθρώπινες Λερναίες Ύδρες Από Στόματα για να καρπώνονται οι γενετήσιοι αμόρφωτοι πολυφαμελίτες το επίδομα της Πρόνοιας. Κι επειδή αποτελούν από γονιδιακή συνήθεια. Αγεληδόν. Στοιχισμένο πλήρωμα ενορίας. Πίσω από τον Ντόπιο Μέτοχο του Θεού κι όχι τον πνευματικό άνθρωπο και χριστιανό. Έναν νοσηρό ομοφυλόφιλο, τον οποίο δεν αφουγκράζονται για να καταφέρουν, επιτέλους, να ακούσουν στις τσέπες του Τα αργύρια τα πουλημένα του Χριστού, που κελαηδούν τα έργα του σαν τους ριγμένους στην κλεψιά, στη φυλακή. Αυτόν που δίχως τσίπα τους απευθύνει τη βλακώδη βιβλική ρήση «αυξάνεσθε και πληθύνεστε» ενώ ψωμοζούν. Τον άριστο γνώστη του μάνατζμεντ του Θεού. Με τους αιώνιους στόχους: Της αύξησης της πελατείας του και του εφοδιασμού της πολιτικής εξουσίας με εργατικό και πολεμικό ανθρώπινο δυναμικό. Υπό την απαραίτητη απύθμενη άγνοια. Για να εκτελούν τυφλά τα καθήκοντά τους. Τον υπεύθυνο για την κέρινη μάσκα σε πολλά ενήλικα πρόσωπα. Δεν θέλω όμως, να σας κουράσω άλλο με αυτό το Είδωλο Ιερέα και με τη συμβολή του στη δική μου έλλειψη συναισθημάτων. Το έργο μου ξεπέρασε τον πόνο που μου προκάλεσε και με έκανε απλώς, να αηδιάσω όταν τον είδα στο δικαστήριο να κλαίγεται για την ύπαρξή μου και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του ως επικεφαλής ποιμνίου. Δεν ανήκα ποτέ και δεν ανήκω στο ποίμνιό του και γι’ αυτό δεν τον είχα και δεν τον έχω επικεφαλής.- συνήθως το Είδωλο Ιερέα με καβαλούσε και μου κατέβαζε το παντελόνι για να χύσει στην τρύπα του κώλου μου χωρίς να με γαμήσει για μην έχει προβλήματα με το νόμο - και δεν χρειάζεται να ζει στο εξής με την τύψη μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως μεγάλωσα με αυτό το βουητό όλων αυτών των κακοζωισμένων μικρών στρατών που φτωχοδέρνονται στο ζουμί της απραξίας και της αναμονής. Και σφάζονται προσευχόμενοι. Αυξάνοντας τα ποσοστά παιδικής κακοποίησης. Και οικιακής βίας. Και λερώνοντας ανεπανόρθωτα τη βρετανική συνήθεια της ταπετσαρίας με όλες τις ομάδες αίματος. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως μισώ αυτόν το θόρυβο της ένδειας. Και περισσότερο αυτούς που διατηρούν την αγάπη τους κι ακούγονται από τα άθλια σπίτια τους γέλια και κουβέντες.
Η δεύτερη αγαπημένη μου ατραξιόν είναι της Ένδειας οι Οσμές και οι Όψεις. Εχω αέρα με διοξείδιο του άνθρακα. Εχω στεκάμενα νερά. Εχω ψωροδέντρα και ψωρολούλουδα. Εχω ταράτσες -απόπατους για τα χιλιάδες ποντίκια με φτερά, θρεφτάρια από την κοντινή χωματερή. Εχω χωματερή με πεθαμένους νεκρούς ρακοσυλλέκτες. Σε όλες τις ηλικίες. Που αποκρύβονται από τις Αρχές. Για να μην ταραχτεί το δημόσιο αίσθημα. Εχω διαδρόμους και δρόμους που ως σκηνές εγκλήματος με δεκάδες ιατροδικαστικά σκίτσα, σαν παλίμψηστα βίας. Αραγε πιστεύετε όπως εγώ πως το έργο Τέχνης μας είναι πια το πτώμα μας; Και συνεχίζω: Εχω ανήλιαγα σπίτια τίγκα στον τοίχο και τη γωνία. Και εργατικές με τσιγκουνιά στα παράθυρα και σε ό,τι μπορείς να πάρεις αέρα στα κτίρια. Εχω σκουπίδια αμάζευτα. Εχω παλιοκαιρισμένες ταπετσαρίες. Εχω τσιγαρισμένη ταγκίλα. Εχω βρύσες να στάζουν. Εχω ανακυκλώσιμα έπιπλα. Εχω ανακυκλώσιμα αμάξια. Εχω χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές. Εχω νεκρούς στο γήπεδο από συμπλοκή αντίπαλων ομάδων. Εχω γυμνές λάμπες. Εχω γυμνά καλώδια. Εχω πολλά κωλάδικα με αγόρια κι κορίτσια, σχεδόν, παιδιά. Εχω έλλειψη κουρτινών, που πιστεύεται πως η ύπαρξή τους υποδηλώνει σπιτικό. Εχω πολλά ακίνητα σκαμνιά σε μπαρ. Εχω άφθονα θανατερά ναρκωτικά, πουλημένα ξεδιάντροπα. Εχω βιομηχανικά απόβλητα ριγμένα στις πόρτες των σπιτιών. Εχω παιδιά που εγκαταλείπουν το σχολείο και τριγυρνούν σαν κι εμένα άσκοπα. Εχω νεκρά ψάρια στο λιμάνι. Εχω νερό στο μόλυβδο και τον ψευδάργυρο. Εχω μαύρη βροχή από τα εργοστάσια. Εχω γεμάτα ανέργους γραφεία ευρέσεως εργασίας. Εχω νεανικές συμμορίες με σύνορα μάντρες και πάρκα. Εχω κοινωνικό κράτος (Μεταφορές- Πολιτισμός- Παιδεία- Υγεία) δημόσια υπηρεσία. Και τέλος, έχω Αστυνομία ικανής για να μαζεύει. Άτσαλα στόματα. Μικροαυτοφώρους. Κι Εραστές. Που τρών’ τα σωθικά.
Τρίτη αγαπημένη μου ατραξιόν. Τα Επιτεύγματά μας στην εγκληματικότητα των πόλεων. Στους σχετικούς πίνακες της Στατιστικής Υπηρεσίας. Στα οποία έχω συμβάλλει όσο κανείς. Απλώς με φοβήθηκε η Κοινωνία. Ως μέλος της και κατά ένα μέρος ως έργο της. Και με υποβάθμισε. Από κατά συρροή δολοφόνο. Σε παιδί δολοφόνο. Λόγω ψυχοπάθειας. Και αρνητικού οικογενειακού περιβάλλοντος, που με άφηνε να περπατώ άσκοπα. Ήμουν, όμως, το πρώτο ανεξαρτήτως ηλικίας και γι’ αυτό λογόκρινε και την κάλυψη της είδησής μου σε μεγάλη έκταση ως δυσφημιστικής για το Έθνος. Στο φόντο, των γραφημάτων σας παρουσιάζω σκηνές αυτών που βιαιοθανατούν στην Αβίωτη Πλευρά. Για μια κουβέντα. Για μια απιστία, Για λίγη πρέζα, Για γκάνια στη ζώνη. Για λεφτά πολλά. Που χαλί στο σαλόνι. Για τον Κύριο της Φωτιάς μου. Για μια θέση εργασίας. Για επίπεδη τηλεόραση. Το ρεκόρ συμμετοχής μας- που δυστυχώς δεν πληρώνεται, όπως τα επίσημα αλλιώς θα γινόμαστε πλούσιοι- σε αναμορφωτήρια, φυλακές και προγράμματα επανένταξης (αλκοολικών-τοξικομανών) αξιοσημείωτο. Μα δεν ξαφνιάζομαι. Όπως για μένα έτσι και για άλλους είναι ο μόνος επαγγελματικός προσανατολισμός που μοιάζει εφικτός στην Αβίωτη Πλευρά. Ισως γι’ αυτό να αντέχουμε στις προσαγωγές, ακόμη κι εγώ που δεν σας γέμισα το μάτι. Η ιδρυματικότητα απλά έχει περάσει στο γονιδίωμά μας. Τα παραπάνω άρχισαν να διαδίδονται ταχέως- όπως και οι πυρκαγιές που διέπραξα ανελλιπώς με παραφίνη κι αποτελούν κατά τη γνώμη μου την εντυπωσιακότερη ατραξιόν της πόλης - με ένα επιβραδυντικό υγρό που, αν το είχα στα χέρια μου, θα έκαιγα όλη τη χώρα- την ανεργία- μετά την πτώση της πόλης από σημαντικός λιμένας αλιείας στην αυγή του 1970. Μη σας ξεγελάει ο συναισθηματικός μου πρόλογος. Κάθε δολοφόνος έχει την κοινωνική του γεωγραφία. Στην πραγματικότητα αδιαφορώ για την Κοινωνία σας. Ο δικός μου κόσμος, το 1973, σε ηλικία 13 ετών, προκαλούσε την πρώτη του επιτυχημένη πυρκαγιά μ’ ένα νεκρό. Την τελευταία μου την έβαλα το 1979, σε ηλικία 19 ετών- ιδιαίτερα επιτυχημένη- με τρεις νεκρούς, ας ήταν η μοιραία για τη σύλληψη μου, αλλά ως το κύκνειο άσμα μου θα σας μιλήσω γι’ αυτό εκτενέστερα. Αναλαμβάνω, επίσης, την ευθύνη για 26 θανάτους από πυρκαγιές, που προκάλεσα, από το 1973 έως το 1979. Το 1979 αντικατέστησα το πραγματικό μου όνομα με το όνομα του μεγαλύτερου και διασημότερου ειδώλου του Κουνγκ Φου για να τον τιμήσω ως Δάσκαλο - διατηρώ συλλογή με όλες τις ταινίες του και στο σινεμά οι ταινίες του είναι που μόνες που έβλεπα- αλλά και για να αποκτήσω, επιτέλους, το όνομα που θα μου έδινε τη δύναμη που χρειαζόμουν. Βλέπετε, από τα 9 μου μόλις χρόνια ξέρω πότε πρόκειται να βάλω μια πυρκαγιά επειδή τα δάχτυλά μου τσούζουν. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπηρετήσει δύο Κυρίους. Ο Κύριός μου είναι η Πυρκαγιά. Αφιερώνομαι στην Πυρκαγιά και περιφρονώ τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα μισώ τους ανθρώπους που έχουν ένα σπίτι επειδή εγώ δεν είχα ποτέ. Μάνα μου Μία πόρνη των Οδών, όπως πολλά κορίτσια της ηλικίας της στη βιομηχανική πόλη χιλιόμετρα μακριά από δω, όπου γεννήθηκα στις 31 Ιουλίου 1960. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα. Η Πόρνη των Οδών λέει πως την παράτησε μόλις γεννήθηκα, ενώ η Μάνα ενός τέτοιου κοριτσιού των οδών ότι ήταν κάποιος απρόσεκτος και δύσμορφος πελάτης της, που την επισκεπτόταν συχνά. Στην πόρτα του νοσοκομείου με ξεφορτώθηκε στη Μάνα ενός τέτοιου κοριτσιού των οδών μέχρι τα τρία μου χρόνια. Λόγω της δουλειάς της δεν μπορούσε να με κρατήσει. Η τσατσά της- έλεγε- πως γκρίνιαζε για τα μπάσταρδα που της είχαν κουβαλήσει στα δωμάτια τα άλλα της κορίτσια και το ξέκοψε. Μπορεί, βέβαια, και να μην της είπε τίποτα. Δεν βρήκε γιατρό να με ρίξει και δεν ήθελε να με βλέπει. Δεν με συγκινεί να σας μιλάω γι’ αυτήν γιατί δεν έχω συναισθήματα. Εχω επίγνωση πως η πιο ζωηρή ανάμνηση που έχω είναι να με αποκαλεί «φρικιό» λόγω της επιληψίας μου και της σκελετικής μου δυσμορφίας. Τίποτε άλλο. Επειδή κρίθηκε ανίκανη να με φροντίσει, στα παιδικά μου και εφηβικά μου χρόνια είχα για σπίτι μου τα αναμορφωτήρια, αλλά στα εννιά μου χρόνια ανακάλυψα, επιτέλους, την πραγματική μου κλίση στον κόσμο. Να τον κάνω να υποφέρει όπως υπέφερα εγώ με την καταστρεπτική δύναμη της φωτιάς. Να τον κάνω να πληρώσει για το ρόλο του Έλληνα αρχαίου Θεού Ήφαιστου στη μοναδική σχολική παράσταση που πήρα μέρος. Μάταια ο Ανθρακωρύχος, γείτονάς μου, που είχε συνταξιοδοτηθεί με αναπηρία από τις Τρύπες της Κόλασης, πάσχιζε να ακούσουν την αλήθεια οι μπάτσοι. Εννιά ετών έβαλα πυρκαγιά σε μια ξυλεία. Από την οποία κάηκε ολοσχερώς. Καταστρέφοντας τους ιδιοκτήτες με τον κυκεώνα των ασφαλιστικών. Ένας απ’ όλους αυτοκτόνησε στο μπάνιο με θερμάστρα, και σε όλη την Αβίωτη Πλευρά σηκώθηκε η πέτσα απ’ το φρικτό θάνατο που με έκανε να σκεφτώ πως θα έπρεπε να είχα βάλει φωτιά εν ώρα εργασίας για να τους γλιτώσω από τέτοιες αυτοκτονίες. Ο ίδιος άνθρωπος με υποψιάστηκε και για τον εμπρησμό στο σπίτι του Εγκαταλειμμένου Ανάπηρου. Γι’ αυτό και του στραγγάλισα όλα τα περιστέρια που διατηρούσε στην ταράτσα. Σε μερικά έκοψα λαιμούς με σπασμένο μπουκάλι Κόκα Κόλας και όταν τελείωσα σκέφτηκα πως θα ήθελα αυτό να έπαιζε ως διαφημιστικό στην τηλεόραση του παγκόσμιου αναψυκτικού στη θέση των πανέμορφων Αϊ-Βασίληδων και των χαρούμενων παιδιών με τα δώρα και τα γλυκά στα χέρια και τα καλύτερα ηλεκτρονικά για να σκοτώνουν με τις ώρες. Αυτή είναι και η μοναδική μαζική δολοφονία που έχω διαπράξει χωρίς να βάλω φωτιά. Στην ίδια ηλικία, άλλωστε, παραδέχτηκα πως έβαλα ακόμη μια φωτιά σε εμπορική αγορά με ζημιές $30.000, για την οποία είμαι υπερήφανος. Όπως καταλαβαίνετε από την εισαγωγή δεν είχα παιδικά και σχολικά χρόνια. Ο δείκτης νοημοσύνης μου ήταν πολύ χαμηλός και τα μόνα σχολεία που γνώρισα ήταν ειδικά, δηλαδή για παιδιά με νοητική υστέρηση και ιδιαίτερες ανάγκες. Αυτό, βέβαια, σύμφωνα με τις δημοσιοϋπαλληλίστικες μετρήσεις του κοινωνικού κράτους, γιατί η δράση μου αργότερα ξάφνιασε με την ευφυΐα της απόκρυψης του οποιουδήποτε ίχνους θα μπορούσε να με ενοχοποιήσει, όπως και με την ικανότητά μου- παρά τη σκελετική μου δυσμορφία- να σκαρφαλώνω σε μισάνοιχτα παράθυρα κι ορόφους για να πραγματοποιήσω το πύρινο έργο μου. Ως έφηβος έβαλα τριάντα πυρκαγιές, για τις οποίες γνωρίζουν οι Αρχές, ενώ υπάρχουν κι άλλες που δεν θα γνωρίσουν γιατί ή της έχω ξεχάσει ή τις θεωρώ ασήμαντες. Λόγω της υπηρεσίας μου στον ‘‘Κύριο της Φωτιάς’’ παρουσίαζα στην κοινωνία σας ένα χαρακτήρα ήρεμο και ταπεινό, που δεν ξεχώριζε στο πλήθος και τον ξεχνούσες αμέσως. Ως έφηβος άρχισα να συχνάζω για λεφτά στην πιάτσα των γκέι, αλλά έκανα και νόμιμες δουλειές όπως στα τοπικά σφαγεία όπου ήμουν από τους καλύτερους. Μάλλον εξαιτίας της μέγιστης αδιαφορίας μου για κάθε τι νεκρό, καμένο ή με αίμα, έκανα τη δουλειά γρήγορα και παστρικά και πολλοί με περνούσαν για χασάπη από φύτρα. Την πρώτη μου δολοφονία τη διέπραξα στην ηλικία των 13 ετών. Θύμα μου ο Συμμαθητής 6 ετών, με τον οποίο πήγαινα σε σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες και μοιραζόμασταν το ίδιο σχολικό λεωφορείο. Δυστυχώς, για τον Συμμαθητή επιβιβαζόταν μετά από μένα και κατέβαινε πριν από μένα. Ήμουν έτσι, αναγκασμένος να υποστώ τις διαχυτικότητες και το ενδιαφέρον με τον οποίο τον περιέβαλε η μητέρα του, αλλά και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του, παρόλη τη νοητική του υστέρηση. Χωρίς χρονοτριβή, αποφάσισα να τους κάψω για να πάψει το μαρτύριό μου και τη νύχτα της 23ης Ιουνίου 1973, όταν επέστρεψαν από τη νυχτερινή τους έξοδο ο Πατέρας και η Μητέρα, ήμουν εκεί. Κι όταν η Κοπέλα που Προσέχει Παιδιά, μια από τα πολλά κορίτσια της γειτονιάς που κάνουν αυτήν τη δουλειά, για να βοηθάνε τα σπίτια τους μασώντας τσίχλα και μιλώντας στο τηλέφωνο με τους αγαπητικούς τους, τους ενημέρωσε πως αυτά είχαν κοιμηθεί κι όλα είχαν κυλήσει καλά ήμουν εκεί και περίμενα να πέσουν για ύπνο με την αγωνία που έχεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Στις 2.30, τα φώτα έκλεισαν και η Κοπέλα που Προσέχει Παιδιά ξάπλωσε στον καναπέ. Ήταν ένα ζεστό βράδυ και το παράθυρο αφέθηκε ανοικτό. Η πόρτα εισόδου ξέμεινε, επίσης, ξεκλείδωτη. Δεν υπήρχε καλύτερος στόχος για μένα. Το ταξίδι μου άρχιζε. Μόλις άρχισε να χαράζει έριξα παραφίνη από το παράθυρο κι άναψα μια φωτιά που με ζέστανε σαν ήλιος. Ο Πατέρας και η Μητέρα ειδοποιήθηκαν από το συναγερμό καπνού, αλλά ήδη το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Έντρομοι μαζί με την Κοπέλα που Προσέχει Παιδιά κατόρθωσαν να διασώσουν τα πέντε από τα έξι παιδιά τους, αλλά αποτράπηκαν από τον καπνό και τις φλόγες για να σώσουν τον Συμμαθητή, του οποίου το σώμα βρέθηκε, τελικά, απανθρακωμένο από τους πυροσβέστες. Εξαφανίστηκα τρέχοντας πιο γρήγορα κι από τη σκιά μου από τις ταράτσες και πέταξα το μπουκάλι σε ένα φωταγωγό που τον χρησιμοποιούσαν για σκουπιδότοπο. Το επόμενο πρωί, όταν σταματήσαμε με το σχολικό λεωφορείο κάποιος ενημέρωσε τη συνοδό μας ότι ο Συμμαθητής πέθανε από πυρκαγιά στο σπίτι του κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στα χαρακτηριστικά της ξεχύθηκε μια έκφραση αποτροπιασμού και πόνου, τόσο ξένης για μένα, που παραλίγο να προδοθώ από την απορία με την οποία την κοιτούσα. Παρέμεινα ήρεμος και κοίταζα αδιάφορα έξω από το παράθυρο, υποδυόμενος το αθώο παιδί που δεν κατανοεί το μέγεθος μιας τραγωδίας. Λίγες ώρες μετά, όλη η Αβίωτη Πλευρά βούιξε ότι ο εκπρόσωπος των μπάτσων δήλωσε πως η πυρκαγιά μάλλον προήλθε από βραχυκύκλωμαΕξαιτίας του αντίκτυπου που είχε ο θάνατος ενός παιδιού στην Αβίωτη Πλευρά δεν παρασύρθηκα από την επιτυχία μου κι άφησα να περάσουν κάποιοι μήνες. Όμως στις 12 Οκτωβρίου 1973, περπατούσα πάλι άσκοπα με ένα μπουκάλι παραφίνης και με το γνωστό τσούξιμο στα δάχτυλα. Στη θλιβερή οδό Γλασκώβης, με σταμάτησε το σπίτι της Απομονωμένης Ύπαρξης, 72χρονος για την οποία είμαι πεπεισμένος πως λύτρωσα. Έπασχε από γάγγραινα και στα δύο πόδια και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Περίπου, στις 6 τα χαράματα, είδα το σπίτι με μισόκλειστα παράθυρα και θυμήθηκα πως κοιμόταν στον πάνω όροφο. Η σκέψη πως με την αρρώστια του δεν είχε ελπίδα διαφυγής με έκανε να ολοκληρώσω τη δουλειά μου με μεθοδικότητα και ψυχραιμία. Από ένα παράθυρο, έχυσα παραφίνη στο σαλόνι, κι άναψα φωτιά. Την επόμενη μέρα δεν πήγα στο σχολείο και μπερδεύτηκα στο πλήθος, που μαζεύτηκε έξω από το σπίτι και κλαψούριζε για τον γέρο, τον οποίο οι υποκριτές δεν επισκέπτονταν ποτέ γιατί σιχαίνονταν την αρρώστια του. Ο φουκαράς… Όταν οι πυροσβέστες έφτασαν στο σπίτι ήταν κάρβουνο ενώ η οσμή της φωτιάς στη γάγγραινα έστειλε μερικούς έξω για εμετό παρά τα αποκαΐδια . Ακόμη και στο θάνατό του σιχαμερός. Εγώ, όμως, αισθανόμουν κυρίαρχος και αντιμετώπισα με αξιοσημείωτη ψυχραιμία τον έλεγχο των στοιχείων μου και την προσαγωγή μου στο τμήμα όπου και απάντησα σε ερωτήσεις των αστυνομικών για την παρουσία μου στο τόπο της τραγωδίας όταν έχω ιστορικό εμπρησμών. Η απάντησή μου ήταν η ίδια για όση ώρα κράτησε το παιχνίδι μου μαζί τους. Γιατί ακόμη και οι μπάτσοι αδυνατούν να πιστέψουν πως ένα παιδί δολοφονεί και ξεγλιστράς. Είχα προκαλέσει τέτοια καταστροφή και δεν επρόκειτο να συλληφθώ. Οι έρευνες της Αστυνομίας είχαν οδηγηθεί σε μια ελαττωματική θερμάστρα παραφίνης, η οποία έφερε την καταστροφή και δεν τους χάλασα χατίρι.
Η αυτοπεποίθησή μου με είχε συνεπάρει. Είχα εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο τις κακές σχέσεις της Αβίωτης Πλευράς με την Αστυνομία, αλλά και το γεγονός πως οι πυρκαγιές σε σπίτια της περιοχής είναι καθημερινή είδηση ακόμη και μετά τη σύλληψή μου. Ημουν μόλις 13 ετών και ξεγλιστρούσα από τις αρχές σαν πληρωμένος δολοφόνος. Δεν πέρασε πολύς καιρός. Την 27η Οκτωβρίου 1973 έβαλα φωτιά στο σπίτι του, Εγκαταλειμμένου Ανάπηρου 34χρονου και γείτονά μου, που στόχος εύκολος και καταδικασμένος να μην μπορεί να διαφύγει. Ανίκανος να εργαστεί λόγω εργατικού ατυχήματος ζούσε καθηλωμένος στο σπίτι κι όλοι τον είχαν εγκαταλείψει. Έχυσα παραφίνη από το παράθυρο στο καθιστικό, εκμεταλλευόμενος την απουσία του στην τουαλέτα. Όταν επέστρεψε, το δωμάτιο φλεγόταν. Από εκείνη τη στιγμή υποδύθηκα τον τυχαίο αυτόπτη μάρτυρα του συμβάντος. Τα ρούχα του έπιασαν φωτιά και σύρθηκε στο δρόμο με τα σπασμένα του πόδια σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα, κραυγάζοντας για βοήθεια κάνοντας με για δευτερόλεπτα να τον συμπονέσω. Οι γείτονες τον τύλιξαν με κουβέρτες- βοήθησα μάλιστα κι εγώ- και ειδοποίησαν ασθενοφόρο, αλλά στη διαδρομή για το νοσοκομείο υπέκυψε. Η βαρύτητα των εγκαυμάτων σόκαρε τους τραυματιοφορείς και οι εφημερίδες λύσσαξαν με τις λεπτομέρειες. Αυτή τη φορά όμως, μια γειτόνισσα που γνώριζε το κατόρθωμά μου στην ξυλεία με υποψιάστηκε αλλά δεν μίλησε στην μπατσαρία, που οι εκπρόσωπό της είχαν πάλι μιλήσει για σόμπα παραφίνης. Πολύ καιρό μετά, δήλωσε πως δεν μπορούσε να καταγγείλει ένα παιδί ως εμπρηστή. Η ηλίθια! Όπως οι περισσότεροι ενήλικες αγνοούν πού μπορεί να φτάσει ένα θυμωμένο παιδί. Παρόλα αυτά έπρεπε να προσέξω. Όταν μπήκα στο σπίτι της 82χρονης Τυφλής χήρας της οδού και ικανής να περπατήσει μόνο με «πι.», είχε συμπληρωθεί χρόνος από την πυρκαγιά στο σπίτι του Εγκαταλειμμένου Ανάπηρου. Η πίσω πόρτα, που κρατούσε ανοικτή για τις γάτες της, με διευκόλυνε αφάνταστα. Αυτός ήταν ο λόγος που την επέλεξα.. Ώσπου οι γείτονες να αντιληφθούν τον καπνό από το σπίτι της, είχε πεθάνει ήδη από τις αναθυμιάσεις. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και με τις άλλες, δεν φάνηκε να υπάρχει κανένα κίνητρο και οι μπάτσοι ανακοίνωσαν πως ήταν ατύχημα γιατί η άτυχη γυναίκα κάπνιζε στο κρεβάτι. Η οικογένειά της δεν πείστηκε ποτέ κι επέμεινε πως η Τυφλή Χήρα δεν κάπνισε ποτέ στο υπνοδωμάτιο. Μετά τη σύλληψή μου και την ομολογία μου θα πρέπει να αισθάνονται δικαιωμένοι-το μόνο πάθος της γριάς ήταν να γιατροπορεύει τα γατιά της περιοχής- ενώ μπορεί να γίνουν και πλούσιοι από τη αυτήν τη θλιβερή μορφή που έβλεπαν σπάνια, απαιτώντας αποζημίωση για δυσφήμιση. Όσο για μένα, πάντως, μην ανησυχείτε. Δεν έχω τελειώσει ακόμη. Εκανα, βλέπετε, δύο χρόνια να ξαναχτυπήσω. Οι υποψίες κάποιων γειτόνων με έκανε να αλλάξω σχέδια ή μήπως αποφεύγω να σας πω πόσους πραγματικά έκαψα; Στις 3 Ιουνίου 1976, όμως, όταν ο Πατέρας και η Μητέρα βγήκαν έξω για διασκέδαση ήμουν εκεί. Και όταν η 77χρονη Τρυφερή Γιαγιά που σιχαινόμουν την καλοσύνη και την προσφορά τη ς αλλά και το μάτι της που με είχε διαβάσει και με έδιωχνε το σώμα της έμεινε μόνη με τα τρία παιδιά τους και τα σκέπασε για ύπνο ήμουν εκεί. Κι όταν έβαζε με νανουρίσματα το βρέφος, 13 μηνών στην κούνια του ήμουν εκεί. Κι όταν κάτω από τα σκαλοπάτια αντιλήφθηκε καπνό. Ήμουν εκεί. Στην πυρκαγιά που ακολούθησε, σε αυτήν την Πόλη του Ξεπεσμένου Λιμανιού, το Βρέφος παγιδεύτηκε και πέθανε. Κι ένιωσα ευτυχία που δεν θα άκουγε ξανά αυτά τα νανουρίσματα και που οι ευθύνες έπεσαν στον πεντάχρονο Ζωηρό Αδερφό και σε ένα παιχνίδι του με σπίρτα, όσο κι αν η τρυφερή γιαγιά επέμεινε πως δεν υπήρχαν άλλα σπίρτα στο σπίτι της, εκτός από το ένα κουτί που κρατούσε στην τσέπη της. Τρία χρόνια μετά επιβεβαιώθηκαν όταν παραδέχτηκα πως μπήκα στο σπίτι τους, έχυσα παραφίνη κάτω από τα σκαλοπάτια κι άναψα φωτιά. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ακόμα ένας θάνατος από πυρκαγιά που αρχειοθετήθηκε λανθασμένα ως τραγικό ατύχημα, ο Ζωηρός αδερφός που πια παρέμενε ακίνητος και η τρυφερή γιαγιά που πέθανε γρήγορα από τις τύψεις. Παρόλη την επιτυχία μου η παρουσία ενός νεοφερμένου Επιθεωρητή στις έρευνες με έκανε να περιμένω μέχρι την Κυριακή 2 Ιανουαρίου 1977. Οταν το σπίτι της Χωρισμένης Μητέρας έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει.
ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΥΣ-